ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΚΑΒΑΛΑΣ

Το Σάββατο το πρωί 28 Ιανουαρίου ο Όμιλος Καβάλας για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας πραγματοποίησε εκπαιδευτική επίσκεψη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Καβάλας για τους μαθητές που παρακολουθούν τα μαθήματα νέων ελληνικών που προσφέρει δωρεάν ο Όμιλος στο πλαίσιο της δράσης του "ας μάθουμε τα ελληνικά καλύτερα". Έτσι εκείνη τη μέρα αντί για το καθιερωμένο μάθημα οι μαθητές, συνοδευόμενοι και από τους καθηγητές τους κ. Μαντούδη και κ. Μέτσικα, είχαν την ευκαιρία να ξεναγηθούν στο Μουσείο από τον πρόεδρο του ΟΔΕΓ αρχαιολόγο κ. Κόντο 




ΚΟΠΗ ΒΑΣΙΛΟΠΙΤΑΣ
Γι άλλη μια χρονιά ο Όμιλος Καβάλας για τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας έκοψε την πρωτοχρονιάτικη βασιλόπιτά του την Τετάρτη 18 Ιανουαρίου το απόγευμα στο ξενοδοχείο "Εσπέρια". Την εκδήλωση, στην οποία παραβρέθηκαν αρκετά μέλη και φίλοι του ΟΔΕΓ, καθώς και μαθήτριες που παρακολουθούν τα μαθήματα νέων ελληνικών που προσφέρει ο Όμιλος, τίμησαν με την παρουσία τους τόσο ο Αντιπεριφερειάρχης Καβάλας κ. Μαρκόπουλος Θόδωρος όσο και η Δήμαρχος Καβάλας κ. Τσανάκα Δήμητρα.





Φιλολογικοί…….αναλογισμοί
                                      του   Αντώνη Κόντου
                                   (προέδρου του ΟΔΕΓ Καβάλας)

΄΄ΧΕΙΜΩΝ΄΄

Πολλές φορές  ΄΄ο πειρασμός΄΄  αναδημοσίευσης ενός λογοτεχνικού κειμένου ΄΄υπαγορεύεται΄΄ από την επικαιρότητα και τις έντονες καταστάσεις- γεγονότα που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας.
Η πρόσφατη θεομηνία(η εκ θεού μήνις= θυμός) που ενέσκηψε τόσο έντονα, με όλα τα δυσάρεστα συνακόλουθα δικαιολογεί το σκληρό πρόσωπο του χειμώνα ,  μιας εποχής που ενέπνευσε   εικαστικούς , μουσικούς , λογοτέχνες… για το θαύμα που συντελείται στη φύση στο πλαίσιο της εναλλαγής των εποχών( ας ευχηθούμε  να ξεθυμάνει – ξεθυμώσει σύντομα ο θεός, άλλωστε θυμός είναι θα περάσει).

Όμως, η ένταση του χειμώνα δεν επιφέρει μόνο δεινά , αλλά αφήνει  περιθώρια ελπίδας και αισιοδοξίας, κάτι που σχετίζεται και με το ευχολόγιό μας για τη νέα χρονιά.
Αυτή η αισιοδοξία επισημαίνεται  στην αρχή του  αναδημοσιευμένου   κειμένου της Κορνηλίας  Πρεβεζιώτου- αξιόλογης λόγιας ποιήτριας και συγγραφέα  από την Κων/πολη (τέλη 19ου- α΄ μισό 20ου  αιών.) και εκδότριας του γυναικείου περιοδικού ΄΄Βοσπορίς -αναφέροντας το γνωστό στίχο από τα ΄΄Ειδύλλια ΄΄ του Θεόκριτου:
΄΄ θαρσείν χρή’
 ταχ’ αύριον έσσετ’ άμεινον΄΄,
σε ελεύθερη απόδοση:
΄΄πρέπει να διατηρούμε το κουράγιο μας, διότι το αύριο θα είναι καλύτερο΄΄.

Το κείμενο   δημοσιεύεται στον΄΄ Νεολόγο, την ΄΄εβδομαδιαία  πολιτική, φιλολογική, επιστημονική επιθεώρηση΄΄ του Σ. Βουτυρά (Νοεμ. 1893).
Στόχος της σημερινής παρουσίασης ,παράλληλα με το επίκαιρο του περιεχόμενου , δεν είναι η αισθητική  ανάλυση-αποτίμηση , όσο ο αναλογισμός  του γλωσσικού μας  πλούτου από την αναγνωστική προσέγγιση , λαμβανομένου υπόψη ότι η δημοσίευσή του έγινε από την έφηβη Πρεβεζιώτου, δείγμα κατ’ έπεκταση της γλωσσικής παιδείας των Κων/πολιτών,  της ευρυμάθειας και του επιπέδου της συγγραφέα.
(ίσως  κάποιες λέξεις να μην  είναι κατανοητές από το μέσο σύγχρονο αναγνώστη (άλλωστε ανάλογες δυσκολίες  παρουσιάζονται σε κείμενα του λογιοτατισμού αυτής της περιόδου, βλ. Ροίδη, Παπαδιαμάντη…) και συνειρμικά να μας οδηγεί και  σε σκέψεις που σχετίζονται και με το γλωσσικό μας ζήτημα ,που με τόση ένταση παρουσιάζεται στα τέλη του προπερασμένου και αρχές του περασμένου αιώνα ανάμεσα στους δημοτικιστές  (΄΄μαλιαρούς ΄΄)και τους  καθαρευουσιάνους (γλωσσαμύντορες) με προεκτάσεις πολιτικού –κοινωνικού χαρακτήρα).

(Σημαίνουσα  παρατήρηση για τον  αναγνώστη:  η αδυναμία εκτύπωσης του κειμένου στο πολυτονικό , ως είχε, οφείλεται σε τεχνικούς λόγους )


Ωχρά τά φύλλα τών δασών αποσπώσι καί κλυδωνίζονται εν τή θολή ατμοσφαίρα ανέμων βίαιοι πνοαί, καί υπό τής βοής αυτών επτοημένη η βοσπορίς αηδών τανύει τάς ταχείας πτέρυγας. Ώ, πέτασον μακράν ημών, γλυκεία φιλομήλα! Ζηλεύω τήν γοργήν σου πτήσιν΄ είθε κ΄εγώ νά είχον πτέρυγας, λευκάς καί ευρείας πτέρυγας, ίνα σέ ακολουθήσω τάς αχανείς εκτάσεις διανύουσα, καί μετά σού τονίσω, άν μή επίσης ηδείαν, αλλά επίσης φαιδράν εαρινήν ωδήν, εκεί ένθα ο Φοίβος σπινθηρίζει χρυσούς καί γελώσι τά άνθεμα, εν ώ χρόνω εις τά ημέτερα πεδία εφαπλοί τάς ομίχλας καί τόν ζόφον, τά πάγη καί τήν ερήμωσιν ο ανθολέτης  Χειμών.

Ο Χειμών, γέρων υπερμήκης , χιονοπώγων, λεύκοφρυς, βλοσυρός αιωνίου γήρως ρυτίδας φέρων επί τού ωχρού μετώπου, αλλά καί εσαεί αγήρως, εσαεί αθάνατος. Ιδού αυτός! χιονόπεπλος ,ιτέας ζοφερούς κλάδους εστεμμένος, καί σκήπτρον ανά τήν οστεώδη χείρα κρατών μακρόν και κρυστάλλινον ,έρχεται βραδύς καί κεκυφώς καταβαίνων τάς υψικρήμνους τού Ιμάου κορυφάς, εφ’ών τόν κρυσταλόδμητον θρόνον ερείδει, ίνα επέλθη καθ’ ημών! Το βλέμμα αυτού είναι αστραπή, βροντή η φωνή του, η πνοή αυτού θύελλα, ήτις πόρρω φθάνουσα, ταράσσει καί ανακυκά τά ήρεμα πελάγη.
Ώ! Η φύσις όλη μακρόθεν αυτόν προβλέπουσα καταλείποντα τήν περίοπτον εκείνην άκραν έντρομος στένει διά  βαιάς θροής ανέμων καί λούεται εις θλιβερά υετού δάκρυα   ΄  καί αυτή δέ  τού χρυσίππου αρματηλάτου τών αιθέρων, τού Φοίβου, η αστραπηβόλος μορφή αποστρέφεται συνοφρυουμένη καί κρύπτεται εις νέφη πυκνά και βαθύφαια.

Αλλ’ αυτός, αδιάφορος πρός τήν θλίψιν, ήν τή φύσει προξενεί, πρός τό μίσος μεθ΄ού ατενίζει αυτώ  ο συνεφούμενος ουρανός, κατάρχεται έτι. Ώ! στήσον τό βαρύ σου βήμα ανθολέτα Χειμών, επί τών κρημνωδών σου βράχων!ανάστρεψον τήν πορείαν σου, επάνελθε επί τήν άβατον εκείνην κορυφήν καί κάθισον πάλιν επί τού κρυσταλλώδους θρόνου σου, περί όν αετοί μόνον καί γύπες θρασείς προίπτανται! Αλλά, φεύ, ουδεμία παράκλησις, ουδεμία θερμή ικεσία δύναται νά κάμψη τήν τραχείαν ψυχήν τού κρυερού τού Ιμάου  άνακτος , ως ουδεμία θαλπερά καί ηδεία ηλίου ακτίς δύναται  νά τήξη τόν σκληρόν άμα καί  λάμποντα κρύσταλλον τού απηνούς αυτού σκήπτου΄   του σκήπτου δι’ ού, ανηλεώς πατάσσων τά τέως εύφυλλα τών δασών ημών δενδρύλλια, θά καταθραύση αυτά….καί φθείρων υπό τό βαρύ αυτού βήμα τήν παντός χρυσσοποικίλτου τάπητος  λαμπροτέραν χλοανθή καί δροσομάργαρον πορφύραν δι’ ής τό έαρ καλύπτει τάς κοιλάδας ημών, αντ΄αυτής θά επιρρίψη έτερον, ψυχρόν καί πάλλευκον πέπλον.
Καί διά τής τεθραυσμένης θυρίδος τού ταπεινού τής  χήρας καί τών ορφανών δώματος παρεισάγων τήν αγρίαν μορφήν καί τήν χείρα, κι’ εκεί επίσης θά σπείρης τά παγερά σου δώρα, ουρανόμηκες γέρον, καί η πνοή σου θά  εκπήξη τό δάκρυ τό σιγηλώς ρέον επί τής ωχράς παρειάς αυτών, μάτην εκζητούντων ελάχιστον πυρός σπινθήρα εν τή αθέρμω εστία των.
Ώ Χειμών! Δέν λυπείσαι τήν τάλαιναν χήραν καί τ’ αθώα ορφανά; Μέχρι τόσου λοιπόν είσαι σκληρός, μαρμαρόστηθε υιέ τών παγετών καί τής νεκράς ερημώσεως;

Άχ! άς μπορούσα να γενώ παρηγοριάς αηδόνι
σ’ όποιον στενάζει και πονεί
και σ’ την γλυκειά μου τη φωνή
διά μιάς νά σβύνωνται οι φλογεροί του πόνοι!
Άχ! άς μπορούσα να γενώ χιονάτο περιστέρι
κι’ από ΄ψηλά ΄π’ τον ουρανό
’ς τη μαύρη χήρα, ’ς  τορφανά,
τ’ αγνό φτερό  μου
έλεος ανέλπιστα να φέρη!

Και ν’αναιβάζω ς’ τά φτερά ως ς’ τού Θεού τόν θρόνο
ωσάν διαμάντι λαμπερό
καθένα δάκρυ αργυρό
πού χύνει εύσπλαχνη καρδιά σ’ τού αδελφού τόν πόνο.

Άλλ’ ώ Χειμών! Ώ αγήρω Μόμμιε τών ανθέων, ώ Βάνδαλε καταστροφεύ τών καλλονών της φύσεως! μή χαίρε, μή μειδία, τά ωχρά χείλη διαστέλλων,
 απηνές μειδίαμα ΄
βραχύ, πολύ βραχύ έσται επ’ αυτής τό αύθαδες κράτος σου.
Μετ’ου πολύ, τό θριαμβευτικόν βήμα σου ανακόπτουσα, θά εμφανισθή πρό σού μορφή ετέρα, μορφή ωραία, ευμειδής απαστράπτουσα υπό τής γλυκείας αίγλης του θείου μεγαλείου τής οποίας θαμβωθείς καί επτοημένος, θά απορρίψης την κρυσταλλίνην σου μάστιγα καί θά τραπής χαμαί νεύων ταχείαν πρός τούς βράχους σου φυγήν! Καί η μορφή αύτη η νεφελώδης καί ακτινοστεφής, η γλαυκοχίτων καί χρυσόπτερος έσται ο άγγελος του έαρος! Ο άγγελος  όν ο ευεργέτης Θεός ουρανόθεν πέμπει όπως αναζωογονήση τήν φύσιν, ήν η πνοή σου ενέκρωσε. Διά τής χειρός ελίξας καί απορρίψας μακράν, όπου δέν φθάνει τό όμμα ημών, τό χιονώδες τής γής σάββανον, θ’απλώση πάλιν επ’αυτής τόν ποίκιλον καί σμαραγδόχρον τάπητα,όν εκ τών λειμώνων του Παραδείσου εκόμισε ΄
εις πάν βήμα τού νεφελοπλάστου ποδός αυτού θα φύωνται ρόδα, εις το μειδίαμα αυτού θά μειδιώσιν οι σαπφειρόχρυσοι ουρανοί καί
τ’αργυρώδη τής λάλου κρήνης  νάματα θ’απαστράπτωσι φαιδρώς τήν ιδεώδη μορφήν σου κατοπτρίζοντα.
 Καί τών βοσποριδών αηδόνων οι εύπτεροι λαοί, τούς δροσοφύλλους κλώνας πληρούντες τών δασών, αφ’ών τέως ο τρόμος τής προσεγγίσεώς σου, Χειμών, αγρίως απεδίωξε, θ’αναμέλψωσι διά τής λιγείας ωδής των τόν γλυκύν τού έαρος άγγελον, τό καλλιστεφές τέκνον τού ουρανού, όπερ επέχυσε ζωήν εις τάς καρδίας καί μεδίαμα επί τής  φύσεως,… μετ’αυτών δ’οι δαφνόστεπτοι αοιδοί τό άσμα αυτών συνενούντες θά ψάλλωσιν ευγνωμοσύνην πρός Εκείνον , όστις ,εκ τού υπάτου ύψους εφ’ ού έχει τάς αδαμαντίνας κρηπίδας, ο υπερνεφής καί φωτόπλαστος Θρόνος Του, στοργικόν πλανών βλέμμα επί τού μικροκόκκου τούτου τής κόνεως τών κόσμων ,εφ’ ού οικούμεν, καταπέμπει ημίν αεννάως τό ανθοστεφές έαρ μετά τόν κρυσταλλοφόρον χειμώνα, τήν ηλιόφωτον αυγήν μετά τήν νύκτα ,την ζοφεράν και πενθήρη, και μετά τήν στυγνόπυρον θλίψιν, τήν γλυκείαν και δροσόπνοον χαράν.